Αριδάκρυα γη – Του Θάνου Τάκη

Η πρόσφατη και περίεργα παρατεταμένη ανομβρία, κατάρα που κανείς δεν είχε δει να έρχεται – και πώς αλήθεια να δεις μιαν έλλειψη; - είχε ερημοποιήσει τη γη, καταστρέφοντάς την.

Το άλλοτε πλαστό, κοκκινωπό και ζωντανό χώμα, όσο διακρινόταν κάτω από την θαλερή βλάστηση, έναν καιρό, εκείνο που μετά τη βροχή σκορπούσε την χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμη και ζωογόνα μυρωδιά της βρεγμένης γης, ήταν πια στεγνό σαν εύθρυπτο δέρμα υπεραιωνόβιου, χαρτογραφημένο με χιλιάδες ρυτίδες, κι όπως εκείνο, αποστερημένο από χυμούς που ορίζουν μοριακά τη ζωή και το σφρίγος της. Χώμα που είχε γίνει άμμος κλεψύδρας και σκόνη λεπτή που με το πρώτο αεράκι άλλαζε σχήμα η τοπιογραφία, κι από ψηλά έβλεπες ριγάτους κυματισμούς καταμεσίς μιας αλλοτινής κοιλάδας και μια εικόνα με ξέπνοα χρώματα, σα να απόκτησαν φίλτρο σέπια τα μάτια, κάδρο μουντό και καταθλιπτικό. Πένθιμο. Κάποτε έβλεπες ζωή και τώρα βλέπεις σάβανο.

Έτσι του μπήκε η ιδέα. Εφόσον τόσο λαχταρούσε αλλά δεν κατηφόριζε πια νεογέννητο νερό από τον ουρανό, θα κινούσε εκείνος να βρει τον αλλοτινό ουρανογεννημένο εκδρομέα. Θα τρυπούσε τον χωμάτινο φλοιό, πανοπλία της προστασίας του και θα το κυνηγούσε στη μυστική κρυψώνα του, όπου βρισκόταν παραχωστό, ξαποσταίνοντας, ακίνητο κι αμίλητο. Κι ως νέος, χαλκέντερος και ακατάβλητος Ιαβέρης δεν θα σταματούσε αν δεν το φανέρωνε, να του κομίσει φως να δει, και να το δει το ίδιο, κι εκείνος, να του μιλήσει αυστηρά μα στοργικά, σαν πατέρας προς άσωτο έφηβο που παραστράτησε, που βγήκε βόλτα και χάθηκε, χωρίς να νοιάζεται για όσους αφήνει πίσω του ούτε για τις αγωνίες τους.

«Θα σκάψω ένα πηγάδι» είπε.

Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στο σκάψιμο ενός πηγαδιού. Μην το λογαριάσεις σαν μια τρύπα στο χώμα, θα λαθέψεις, είναι περισσότερα. Όσο πλησιάζεις στον στόχο σου, τόσο απομακρύνεσαι από το φως. Ο κόσμος σου βρίσκεται πάνω από το κεφάλι σου, γίνεται ένας κύκλος φωτός, ψηλά, μια φωτεινή κουκίδα που διαρκώς μικραίνει. Και τα μάτια γίνονται σαν το παραθυράκι μιας κάμερας – παραθυράκι για μια πραγματικότητα που υποχωρεί και που δεν υπάρχει γιατί δεν είναι η ζωή ένα καρέ που δημιουργεί η ματιά του φωτογράφου, είναι αυτό που βλέπεις κι αυτό που δεν βλέπεις αλλά ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί.

Σκάβει, σκάβει ασταμάτητα, κι όσο πλησιάζει στον στόχο του, κατηφορίζοντας, τόσο κοπιάζει, ιδρώνει, εξαντλείται. Αλλά θα βρει νερό; Κι αν δεν είναι εκεί; σκέφτεται. Μα συνεχίζει. Μικρότερη η άνωθεν κουκίδα, περισσότερο μαύρο στο καρέ και λιγότερο φως. Κι άλλος ιδρώτας, ποτάμι.

«Θα σκάψω ένα πηγάδι» είπε.

Κι ενώ στην αρχή μετρούσε μέτρα και μέρες κι έκανε χαρακιές στο στυλιάρι της αξίνας του, να’χει μπούσουλα,  μετά κουράστηκε, ίσως και ν’αδιαφόρησε, και σταμάτησε ν’αριθμεί με γραμμές, να γράφει δηλαδή κωδικοποιημένη την ιστορία του στο ξύλινο ημερολόγιό του, γιατί οι αριθμοί – πόσο μάλλον οι χαραγματιές –  μικρή σημασία έχουν στις ανθρώπινες αγωνίες, ούτε να τις αφηγηθούν μπορούν ούτε να τις ξορκίσουν.

Απρόθυμοι στην αρχή οι γείτονες, μα τελικά παρακινημένοι από την εμμονή του, λογαριάζοντας ότι με την τρέλα της σκέψης του μπορεί και να έσωζε τη γη και τους ίδιους τελικά, βοηθούσαν στην αποκομιδή των χωμάτων. Κατηφόριζαν με την πρόχειρη, ξύλινη σκάλα, γέμιζαν το κοφίνι με το χώμα και το έβγαζαν, χέρι το χέρι, κορμί το κορμί, ανθρώπινη χορωδία και σκυταλοδρομία πλεχτής λυγαριάς, με μέτρο που έδινε ο ρυθμικός, επαναλαμβανόμενος ήχος μιάς δονκιχωτικής αξίνας ενός ονειροπόλου.

Κι άλλες σκάλες που ενώ φτιάχτηκαν για να ανεβάζουν, αυτές κατηφόριζαν, και κατέβαζαν κι άλλα κοφίνια, από τη μία βάθαινε το κενό κι από την άλλη ψήλωνε ο ασύμμετρος όγκος χώματος που παράφωνα σχηματιζόταν σε πυραμίδα πλάι στο νεογέννητο πηγάδι.

Μα οι μέρες περνούσαν κι οι άνθρωποι που δεν θερμαίνονταν από τον πυρετό του ονειροπόλου, άρχισαν να κουράζονται, να βαραίνει η περπατησιά τους, η κίνησή τους, κι αργά έγιναν τα βήματα στις πρόχειρες σκάλες, αργά ανυψωνόταν και το κοφίνι.

Πρωί με το πρωί, όλο και λιγότεροι εμφανίζονταν, και το χωμάτινο βουνό, πέρασε από την γρήγορη ανάπτυξη του παιδιού, σ’εκείνη τη βραδύτερη, του εφήβου.

Κι ένα πρωί, δεν ήρθε κανείς.

Μα δεν σταμάτησε ο θόρυβος της αξίνας. Μόνο που έγινε πιο μουντός, ήταν τέτοιο το βάθος που είχε αγγίξει ο ονειροπόλος που θάμπωναν τα χωμάτινα τοιχώματα τον ήχο, τον έπνιγαν, να μην ενοχλεί τον άνεμο που χόρευε την άμμο, ψηλά, στην επιφάνεια.

Οι μέρες περνούσαν, το διανυσματικό ταξίδι του ήλιου εναλλασσόταν με το αντίστοιχο της σελήνης κι ολοένα αδυνάτιζε ο ονειροπόλος, αδυνάτιζε το φως που ξεμάκραινε, αδυνάτιζε τ’όνειρο, μίκραινε ανεστραμμένα κωνικά ο χώρος καθώς πλημμύριζε με τα ξεριζωμένα χώματα, λάφυρα μιας σκαπάνης, φερτό υλικό από δομικό.

Άξαφνα η γη μίλησε κι ακούστηκε. Σα θυμωμένα, προσβεβλημένα, και ποιος τρύπησε τη σάρκα της, ποιος την έθιξε, κι ήταν γόος σπαρακτικός κι αριδάκρυος, κραυγή αγωνίας, γιατί κι η γη πονά αλλά σχεδόν πάντα το κρύβει, σπάνια το φανερώνει κι ο άνθρωπος δεν την ακούει ποτέ εξόν άμα είναι κάποιος ευαίσθητος δέκτης, ένας δονκιχώτης.

Η γη δάκρυζε… Κι όλο δάκρυζε και διεκδικούσε τα τελευταία σπαράγματα που χώριζαν την πέτρα από το νερό, τα ρουφούσε η σάρκα, που είναι χώμα και διψάει για νερό, και το νερό για χώμα, καταπώς φαίνεται. Κι άμα τα χόρτασε, άρχισε να διεκδικεί κι άλλον χώρο αλλά και την επώδυνη τιμωρία του τολμητία που πέτυχε να ενοχλήσει τον αιώνιο ύπνο του, να εξουσιάσει τις φυσικές δυνάμεις που το νανούριζαν, ζητούσε θυσία, σάρκα ανθρώπινη, που τύχη τέτοια να ζητήσει τίποτε σκιές, σαν αυτές που πουλούσαν πλανόδιοι έμποροι στη Ρουμανία του μεσαίωνα για να τις εντοιχίσουν στα γεφύρια, να γλυτώσουν τις ψυχές. Και τα δάκρυα έγιναν λίμνη και μικρή θάλασσα που φούσκωνε κι όλο φούσκωνε.

Ο μάστορας το κατάλαβε μα είδε το νερό γαληνεμένος, κι ούτε φοβήθηκε ούτε και δείλιασε. Είχε ονειρευτεί και κουραστεί τόσο πολύ για να το βρει και πώς να το απαρνηθεί άμα το συνάντησε, άμα το χάιδεψε. Αφέθηκε να νιώθει να τον ντύνει εκείνο, να τον περιβάλλει με φροντίδα και χάδι, ούτε κρύωνε ούτε δυσφορούσε που το νερό ψήλωνε, σαν εφηβικό βλασταράκι που σήμερα το μετράς τόσο κι αύριο είναι λίγο πιο κοντά στον ουρανό.

Το νερό ανέβαινε το ταξίδι του προς τον ήλιο, βιαζόταν να δει τ’αδερφικά σύννεφα μετά από πολύ καιρό, πλημμύριζε το πηγάδι κι όλο ανηφόριζε και πέρασε από τη μέση του μάστορα στο στήθος του, στο λαιμό κι όλο ανέβαινε, σε λίγο θα τον κάλυπτε, θα ενωνόταν με τα δάκρυα των ματιών του, δάκρυα χαράς, αείρροα σε συνεχή γραμμή που κατηφόριζαν με αγωνία για να συναντηθούν με τη νέα γέννα.

Κι έτσι έγινε.

Ο μάστορας έβλεπε πια τον ήλιο, μέσα απ’το νερένιο πρίσμα που διαρκώς μεταλλασσόταν απομακρυνόμενο, όσο το υγρό στοιχείο κατέκλυζε το πηγάδι, και περίμενε το τέλος που θα έφερνε το τέλος της ανασεμιάς και η συγκίνηση της ολοκλήρωσης ενός έργου ζωής. Μα τέλος, δεν ερχόταν. Κι εκείνος, παραξενεμένος, συνέχισε να κοιτά, απιθωμένος στο βάθος του πηγαδιού. Κι έβλεπε την επιφάνεια του νερού, που πλέον είχε σχεδόν φτάσει δίπλα σ’εκείνη του εδάφους να γαληνεύει, να ηρεμεί, να γίνεται κάτοπτρο, να καθρεφτίζει τον ήλιο, να γνέφει στα σύννεφα κι εκείνα να παιχνιδίζουν μαζί του.

Κι ύστερα, είδε ένα κοριτσάκι, θα’τανε δε θα’τανε εφτά χρονώ, να σκύβει στα χείλη του πηγαδιού, να βλέπει, μετά να χάνεται, να γυρίζει, κάτι να ρίχνει στην επιφάνεια του νεογέννητου νερού και να γελά ευτυχισμένο.

Είδε το χάρτινο καραβάκι να γλιστρά στο αρζαντένιο νερό.

Χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια του…

Θάνος Τάκης

 

>> Ο πίνακας είναι έργο της Φανής Καραμανλή

Αν θέλετε να διαβάσετε άλλα άρθρα του Θάνου Τάκη,
τα βρίσκετε εδώ.

ansasaresekoinopoihsteto001

 

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»