Η απλή αναλογική και το πλαφόν που χαμηλώνει – Του Νίκου Σαραντάκου

Κατατίθεται αυτές τις μέρες στη Βουλή το νομοσχέδιο για τον εκλογικό νόμο και αναμένεται να ψηφιστεί μέχρι το τέλος του μήνα. Σύμφωνα με όσα έχουν διαρρεύσει, θα είναι ένα σύστημα σαφώς αναλογικότερο από το προηγούμενο, χωρίς να φτάνει στην απόλυτα «απλή και άδολη» αναλογική παρά μόνο υπό πολύ ειδικές περιστάσεις.

Το Συνταγμα προβλέπει, και σοφά, ότι ο εκλογικός νόμος, για να ισχύσει στις επόμενες εκλογές, όποτε γίνουν, πρέπει να ψηφιστεί από ενισχυμένη πλειοψηφία 200 βουλευτών. Σε διαφορετική περίπτωση, ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, όποτε γίνουν.

Οι βασικές διαφορές του νέου εκλογικού νόμου από τον ισχύοντα, σύμφωνα με όσα έχουν διαρρεύσει, είναι ότι καταργείται το μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα και ότι επεκτείνεται το δικαίωμα ψήφου στους 17χρονους.

Αυτές είναι οι αλλαγές που φέρνει ο νέος εκλογικός νόμος. Υπάρχουν ομως και αλλαγές που ΔΕΝ φέρνει, που είχαν συζητηθεί ή προταθεί αλλά δεν υιοθετήθηκαν. Αυτές είναι: η κατάργηση του ορίου του 3% για την είσοδο στη Βουλή, το σπάσιμο των μεγάλων εκλογικών περιφερειών, μια διευθέτηση για να ψηφίζουν οι Έλληνες του εξωτερικού.

Κατηγορήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ ότι καταργεί το μπόνους των 50 εδρών επειδή βλέπει ότι θα χάσει τις εκλογές. (Όταν το αρχικό σχέδιο του εκλογικού νόμου, πριν από είκοσι μέρες, πρόβλεπε να διατηρηθεί το μπόνους αλλά μειωμένο σε 20-30 έδρες, η κατηγορία ήταν ότι αθέτησε τις δεσμεύσεις του). Στην πραγματικότητα, αν, όπως όλα δείχνουν, οι εκλογές γίνουν το 2019, είναι όχι απλώς παρακινδυνευμένο αλλά εντελώς αδύνατο να κάνουμε από τώρα προβλέψεις, οπότε είναι μάλλον ανόητη η κατηγορία περί καιροσκοπισμού.

Η κατάργηση του μπόνους ασφαλώς δυσκολεύει την επίτευξη αυτοδυναμίας -αλλά αυτό είναι το καλό (ή το κακό) των αναλογικών εκλογικών συστημάτων, ότι προωθούν κυβερνήσεις συνεργασίας. Ειδικά οι λεγόμενες φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις θα έπρεπε να συναινούν στην κατάργηση του μπόνους, αφού όλες σχεδόν οι προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες, προς τις οποίες προσβλέπει η χώρα μας, κυβερνιούνται εδώ και πολλά χρόνια από κυβερνήσεις συνεργασίας, συχνά πολυκομματικές. Άλλωστε, οι μονοκομματικές κυβερνήσεις αυτοδυναμίας μάς έφεραν στη χρεοκοπία και την κρίση.

Όσο για την επέκταση του δικαιώματος ψήφου στους 17χρονους, μπορώ να πω πως ούτε κρύο μου κάνει ούτε ζέστη. Υπάρχει μια γενικότερη τάση για μείωση της ηλικίας άσκησης του εκλογικού δικαιώματος και σε μερικές χώρες ψηφίζουν ακόμα και οι 16χρονοι (κυρίως λατινοαμερικανικές χώρες, αλλά και Αυστρία, Σκωτία -ενώ σε κάποιες χώρες οι 16χρονοι ψηφίζουν μόνο στις τοπικές εκλογές, π.χ. Εσθονία, Μάλτα). Προβάλλεται ως αντεπιχείρημα ότι ο 17χρονος δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά δεν βλέπω γιατί να συνδέονται αυτά τα δύο. Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι πολύ σημαντικό θέμα.

Να περάσουμε τώρα στις αλλαγές που δεν θέλησε ή δεν τόλμησε να φέρει ο νέος εκλογικός νόμος. Καταρχάς, προσωπικά δεν συμφωνώ με την ιδέα για σπάσιμο των μεγάλων εκλογικών περιφερειών, που κάποια κόμματα π.χ. ΠΑΣΟΚ το έθεταν ως απαράβατο όρο ενώ κάποια άλλα π.χ Ένωση Κεντρώων, το απέκλειαν. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι πως οι μεγάλες περιφέρειες, π.χ. όσες έχουν πάνω από 10 έδρες, αποτελούν εστίες διαφθοράς διότι χρειάζεται να δαπανήσει κανείς πολλά για να προβληθεί στους ψηφοφόρους. Πράγματι, η Β’ Αθηνών έχει γιγαντωθεί και εκλέγει 44 βουλευτές, και ο συναγωνισμός είναι μεγάλος -αλλά είναι πολλές και οι εκλόγιμες θέσεις. Και επειδή το Λεκανοπέδιο έχει πολύ μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα και δεν απαιτεί πολλές μετακινήσεις (σκεφτείτε, ας πούμε, τις Κυκλάδες ή τη Λάρισα), δεν ξέρω πόσο βάσιμο είναι το επιχείρημα της «κάλυψης» σε μια εποχή όπου έτσι κι αλλιώς η προεκλογική εκστρατεία γίνεται όλο και λιγότερο με αφίσες και πολλά εκλογικά κέντρα. Η μόνη περιφέρεια που ίσως θα είχε νόημα να σπάσει θα ήταν η Αττική, σε ανατολική και δυτική.

Επίσης, το να υπάρχουν και μερικές μεγάλες εκλογικές περιφέρειες σημαίνει ότι ένα μικρό κόμμα, που παίρνει 3-4%, θα έχει σίγουρη μια έδρα σε αυτές για να τοποθετήσει εκεί τον αρχηγό του. Αυτό είναι παράγοντας σταθερότητας και προβλεψιμότητας, άρα ευπρόσδεκτος.

Για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, που ο αριθμος τους έχει εκτιναχθεί τα τελευταία χρόνια της κρίσης, πιστεύω ότι το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όσο παρουσιάζεται. Έχω γράψει παλιότερα τις σκέψεις μου και δεν θα τις επαναλάβω εδώ. Πάντως, εφόσον οι εκλογές θα αργήσουν ακόμα να γίνουν υπάρχει τρόπος να μελετηθεί το ζήτημα της ψήφου στα προξενεία με αυτοπρόσωπη παρουσία, που είναι κατά τη γνώμη μου η μόνη αδιάβλητη μέθοδος και που μπορεί να εφαρμοστεί απλά (χωρίς να θεσπίζονται βουλευτές αποδήμων, ένα μέτρο που είναι πολύ προβληματικό κατά τη γνώμη μου).

Και περνάμε στο βασικό αμφιλεγόμενο ζήτημα, το όριο του 3% για την είσοδο στη Βουλή. Το όριο αυτό θεσπίστηκε μετά τις εκλογές του 1989-90, όταν είχαν εκλεγεί μειονοτικά κόμματα (Εμπιστοσύνη και Πεπρωμένο) και εξέλεξαν από έναν βουλευτή. Έτσι, η διατήρηση του ορίου θεωρείται ότι εξυπηρετεί «εθνικούς λόγους» και μάλλον αυτούς πρόβαλε ο ελάσσων κυβερνητικός εταίρος, οι ΑΝΕΛ, που απαίτησαν τη διατήρηση του ορίου. Η Αριστερά έχει κάμποσες φορές προσκρούσει στο κατώφλι του 3% -η ΛΑΕ πολύ πρόσφατα, ο ΣΥΝ το 1994, η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά ανέκαθεν. Αλλά κι άλλα κόμματα έχασαν «για λίγο» κατά καιρούς την είσοδο: το ΔΗΚΚΙ, το ΛΑΟΣ, το ΚιΔηΣο του Γιώργου Παπανδρέου.

Σε όλες σχεδόν τις χώρες όπου υπάρχουν αναλογικά συστήματα υπαρχει κάποιο όριο -η μόνη εξαίρεση που θυμάμαι είναι η Ολλανδία, όπου αν βγάλεις 0,67% παίρνεις έδρα (το Ολλανδικό κοινοβούλιο έχει 150 έδρες). Το Ισραήλ παλιότερα είχε όριο εισόδου 1% και έβγαζαν από 1-2 έδρες διάφορα υπερσυντηρητικά θρησκευτικά κόμματα που μετά για να μπουν στην κυβέρνηση ζητούσαν τον ουρανό με τ’άστρα. Έτσι, το όριο ανέβηκε και μετά ξανανέβηκε και σήμερα είναι 3,25%

Ειδικά στις παρούσες συνθήκες, όπου με όριο 3% έχουμε οχτακομματικό κοινοβούλιο, αν το όριο καταργηθεί θα γεμίσει η Βουλή τζήμερους και κυνηγούς που θα ζητάνε υπουργεία. Οπότε, έστω και με βαριά καρδιά δέχομαι να μείνει το 3% ή να μειωθεί στο 2,5%

Από την άλλη, το σημερινό εκλογικό σύστημα έχει ένα πολύ σοβαρό ελάττωμα: ότι καταργεί την πρώτη κατανομή. Αυτό, που έγινε για να μη βγάζουν έδρα τα μειονοτικά κόμματα, είναι τραγικό -αν κάποιος ανεξάρτητος υποψήφιος πάρει, ας πούμε, το 90% των ψήφων π.χ. στον νομό Αργολίδας, δεν θα βγει βουλευτής! Είναι ειρωνικό ότι η κατάργηση της πρώτης κατανομής θεσπίστηκε επί πρωθυπουργίας Κ. Μητσοτάκη -ο οποίος οφείλει ακριβώς την πολιτική του επιβίωση στην ύπαρξη της πρώτης κατανομής, διότι το 1977, όταν ακόμα είχε φρέσκια τη ρετσινιά του αποστάτη και κανένα κόμμα δεν τον δεχόταν, μπήκε στη Βουλή με το δικό του κόμμα, το  Κόμμα Νεοφιλελευθέρων (δεν κάνω πλάκα), που πήρε μεν μόλις 1,08% στις εκλογές αλλά έβγαλε δύο έδρες, μία στα Χανιά και μία στο Ρέθυμνο όπου πήρε 25%.

Αν υπάρχει δυνατότητα να βγαίνουν βουλευτές όσοι πιάσουν το εκλογικό μέτρο, ένα κόμμα του 2% μπορεί να ελπίζει ότι θα εκλέξει έναν-δύο βουλευτές στα μεγάλα αστικά κέντρα, έστω κι αν δεν πιάσει το 3% (που θα του δώσει αμέσως 9 βουλευτές). Βέβαια, θα εκλέξουν βουλευτές και τα μειονοτικά κόμματα -αλλά αυτό μόνο καλό θα είναι κατά τη γνώμη μου. Η στέρηση δικαιωμάτων ποτέ δεν βοήθησε στην ενσωμάτωση -και να πω παρεμπιπτόντως ότι αν η θέσπιση ποσόστωσης στη μειονότητα για την εισαγωγή στα ΑΕΙ  έχει συντελέσει πολύ στην ενσωμάτωση των νέων μειονοτικών, ιδίως των κοριτσιών.

Βέβαια, το ιδανικό είναι να υπάρχει πάγιος εκλογικος νόμος, συνταγματικά κατοχυρωμένος. Μακάρι να υπήρχε η συναίνεση που θα το επέτρεπε κάτι τέτοιο. Προς το παρόν δεν υπάρχει.

Όμως εδώ λεξιλογούμε κι αυτό το ξεχάσαμε στο σημερινό άρθρο -οπότε θα κλείσω λεξιλογώντας. Το όριο του 3% σε πάρα πολλά πρόσφατα δημοσιεύματα το είδα να χαρακτηρίζεται «πλαφόν» -μάλιστα, είδα ή άκουσα να το λένε έτσι πολιτικοί από όλες τις πτέρυγες. Θυμίζω ότι το πλαφόν είναι δάνειο από το γαλλ. plafond που σημαίνει οροφή, όχι κατώφλι. Η πλαφονιέρα δεν είναι επιδαπέδιο φωτιστικό, στην οροφή στερεώνεται.

Πριν από εφτάμισι σχεδόν χρόνια, την πρώτη εβδομάδα ζωής του ιστολογίου, είχα δει στο Βήμα να χρησιμοποιείται η λέξη «πλαφόν» με τη σημασία ‘κατώτατο όριο’ και είχα γράψει ένα σύντομο αρθράκι που το μεταφέρω εδώ (για να δείτε ότι τότε έγραφα πιο σύντομα άρθρα -αν το τολμήσω τώρα, θα ζητήσετε τις συνδρομές σας πίσω):

Διαβάζω στο κυριακάτικο Βήμα, 22.2.09, για τον τρόπο εκλογής των μελών της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ:

Όποιος εκ των προταθέντων συγκεντρώνει το 50% συν μία ψήφο εκλέγεται μέλος της ΚΕ, ενώ εφόσον δεν συμπληρωθεί ο αριθμός γίνεταιεπαναληπτική ψηφοφορία για όσους δεν συμπλήρωσαν το «πλαφόν».

Καθόλου δεν μ’ ενοχλεί το ξενικό «πλαφόν», βρίσκω μάλιστα και λιγάκι ευχάριστον τον σχεδόν αναχρονισμό να δανειζόμαστε από τα γαλλικά τον 21ο αιώνα, αλλά, αν είναι να φοράμε γαλλικά μεταξωτά, να τα φοράμε σωστά. Διότι, βρε παιδιά του Βήματος, τα ξεχάσατε τα γαλλικά σας; Το πλαφόν είναι το ταβάνι, η οροφή. Πλαφόν στις τιμές των καυσίμων βάζουμε (υποτίθεται), πλαφόν στις αμοιβές και στο εφάπαξ μπαίνει (εξόν κι αν είσαι δικαστικός), πλαφόν στα επιτόκια εξαγγέλλεται, πάντοτε δηλαδή έχουμε ένα ανώτατο όριο.

Αυτό που έχουμε εδώ είναι κάτω όριο, άρα αν θέλετε ντε και καλά γαλλικά είναι όχι πλαφόν, αλλά πλανσέ (δάπεδο), ή μάλλον σέιγ (seuil), αλλιώς κατώφλι ή απλούστατα, όριο.

Θα μπορούσαμε να το πούμε και «ο ουδός» (αρχαίο κατώφλι) αν και υπάρχει φόβος να νομίσει κανείς ότι λέμε την οδό με βόρεια προφορά, γι’ αυτό ίσως και σε μερικά ιατρικά συγγράμματα θα δείτε τον ουδό να έχει φορέσει φουστάνια, δηλαδή να γράφουν «η ουδός».

Οπότε, το να λέμε για «πλαφόν 3% στις εκλογές» δεν στέκει, θα σήμαινε, αν το κοιτάξουμε αυστηρά, ότι ένα κόμμα που παίρνει πάνωαπό 3% δεν μπορεί να μπει στη Βουλή.

Αναρωτιέμαι όμως, από τη στιγμή που, παρά την πλαφονιέρα, η λέξη πλαφόν δεν έχει διαφάνεια για τον Έλληνα ομιλητή (έχει δα υποχωρήσει και η γαλλομάθεια), μήπως πρέπει να δεχτούμε ότι «πλαφόν» μπορεί να σημαίνει, έστω και καταχρηστικά, και το κάτω όριο. Τι λέτε;

Τα μεγάλα λεξικά μας πάντως προς το παρόν επιμένουν (και σωστά, μάλλον) γαλλοπρεπώς, δηλαδή αναφέρουν ότι πλαφόν = άνω όριο.

sarantakos

ansasaresekoinopoihsteto001

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»