Και γλωσσικό μπρέξιτ;

Σήμερα κλείνουμε μια βδομάδα από το βρετανικό δημοψήφισμα στο οποίο πλειοψήφησε η επιλογή της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ -αν παραμείνει βέβαια ενωμένο και δεν διαλυθεί στην πορεία, κι αν τελικά υλοποιηθεί το Μπρέξιτ.

Ανάμεσα στις συνέπειες του επικείμενου (έστω και με επιφυλάξεις) Μπρέξιτ υπάρχει και μια διάσταση που ενδιαφέρει πρώτιστα το ιστολόγιο: η γλωσσική διάσταση. Με άλλα λόγια, αν τελικά αποχωρήσει το Ηνωμένο Βασίλειο, ποια θα είναι η θέση της αγγλικής γλώσσας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Αυτή τη στιγμή, οι επίσημες γλώσσες της ΕΕ είναι 24, αλλά τα αγγλικά είναι (με μεγάλη διαφορά) εκείνη που χρησιμοποιείται συχνότερα στη σύνταξη των κειμένων και στην καθημερινή εσωτερική λειτουργία των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Παρακάτω θα δώσω μερικά αριθμητικά στοιχεία που τεκμηριώνουν αυτή την θέση.

Ωστόσο, δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο διεθνή και στον ελληνικό τύπο άρθρα που επικαλούνται δηλώσεις της Ντανούτα Χύμπνερ, Πολωνέζας ευρωβουλεύτριας και προέδρου της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων, σύμφωνα με τις οποίες τα αγγλικά, σε περίπτωση που υλοποιηθεί το μπρέξιτ, θα πάψουν να είναι επίσημη γλώσσα της ΕΕ -εδώ ένα άρθρο στα αγγλικά και εδώ ένα ελληνικό άρθρο από τα Νέα, με ένα χοντρούτσικο μαργαριτάρι που σας αφήνω να το βρείτε.

Η κ. Χύμπνερ λέει ότι αυτή τη στιγμή η αγγλική είναι η επίσημη γλώσσα τριών κρατών μελών: του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Μάλτας. Ωστόσο, κάθε κράτος μέλος, λέει, μπορεί να ορίσει μία μόνο γλώσσα του ως επίσημη της ΕΕ, και η Μάλτα έχει ορίσει τα μαλτέζικα ενώ η Ιρλανδία τα ιρλανδικά ή γαελικά (και εδώ είναι το μαργαριτάρι των Νέων που γράφουν για… γαλλική διάλεκτο!) Οπότε, αν το ΗΒ βρεθεί εκτός ΕΕ θα πρέπει να εξοβελιστεί και η αγγλική γλώσσα, εκτός αν αλλάξει ο σχετικός κανονισμός.

Κάτι θα ξέρει η κυρία Χύμπνερ, αλλά δεν είμαι τόσο βέβαιος ότι έχει δίκιο. Ο σχετικός κανονισμός, που διέπει το γλωσσικό καθεστώς της ΕΕ,ο περίφημος 1/58, δεν λέει ρητά ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί ή πρέπει να ορίσει μία και μόνο επίσημη γλώσσα. Λέει απλώς, στο άρθρο 8, το εξής ασαφέστατο (προσέξτε ότι, επειδή ο κανονισμός αυτός μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1980, η γλώσσα έχει στοιχεία καθαρεύουσας):

Στα Κράτη μέλη όπου οι επίσημες γλώσσες είναι  περισσότερες από μια η χρήση της γλώσσας καθορίζεται,  κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομέ­νου Κράτους σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες που απορρέουν από τη νομοθεσία του Κράτους αυτού.

Καταλάβατε τίποτα; Είναι κάπως ομιχλώδης η διατύπωση -το βέβαιο είναι ότι το κράτος μέλος ορίζει ποια είναι η πρώτη επίσημη γλώσσα του, κι έτσι το 2007 η Ιρλανδία όρισε ότι πρώτη επίσημη γλώσσα της είναι τα ιρλανδικά (γαελικά), παρόλο που δεν καταλαβαίνουν όλοι οι Ιρλανδοί αυτή τη γλώσσα -και επειδή δεν υπάρχουν και αρκετοί μεταφραστές που να μεταφράζουν προς τα γαελικά, προς το παρόν υπάρχει παρέκκλιση στον κανονισμό κι έτσι λιγοστά κείμενα της ΕΕ μεταφράζονται στα γαελικά, μόνο κάποια νομοθετικά. Η παρέκκλιση ισχύει ως το 2022.

Αν θέλετε τη γνώμη μου, ακόμα και σε περίπτωση Μπρέξιτ το θεωρώ απολύτως απίθανο να πάψουν να είναι επίσημη γλώσσα τα αγγλικά -αν και ασφαλώς η σημερινή τους πρωτοκαθεδρία ίσως διαβρωθεί λιγάκι. Θα γίνει κάποιος διακανονισμός -όχι χωρίς προβλήματα αφού, ας πούμε, πιθανόν να μην υπάρχει δυνατότητα να προσλαμβάνονται νέοι Άγγλοι μεταφραστές.

Επειδή όμως δεν είστε υποχρεωμενοι να γνωρίζετε το γλωσσικό καθεστώς της ΕΕ, αντιγράφω στο υπόλοιπο του άρθρου αποσπάσματα από μια διάλεξη που έχω γράψει και που την παρουσιάζω κατά καιρούς, σχετικά με το επάγγελμα του μεταφραστή στην ΕΕ.

Γιατί μεταφράζει η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Προφανώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο μεγαλύτερος υπερεθνικός οργανισμός: υπάρχουν τα Ηνωμένα Έθνη, υπάρχει το Συμβούλιο της Ευρώπης, υπάρχουν δεκάδες ειδικοί διεθνείς οργανισμοί (π.χ. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός). Όμως, όλοι αυτοί οι άλλοι οργανισμοί έχουν δύο, τρεις, τέσσερις το πολύ επίσημες γλώσσες και μόνο σ’ αυτές μεταφράζουν τα κείμενά τους· για παράδειγμα, το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει αγγλικά και γαλλικά· ακόμα και τα Ηνωμένα Έθνη, με σχεδόν 200 κράτη μέλη, έχουν μόνο 6 επίσημες γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, αραβικά, ισπανικά, ρωσικά, κινεζικά.

Ο λόγος είναι ότι οι αποφάσεις των άλλων διεθνών οργανισμών απευθύνονται πρώτα και κύρια στους εκπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών τους και έχουν βασικό στόχο να δρομολογήσουν διάλογο μεταξύ κρατών, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι απλός οργανισμός κρατών, διότι τα κείμενά της δεν απευθύνονται μόνο στα κράτη μέλη αλλά και στους επιμέρους πολίτες, εφόσον πολλά κείμενα της ΕΕ έχουν άμεση και δεσμευτική ισχύ στα κράτη μέλη. Από εδώ απορρέει η ανάγκη να διαθέτει ο πολίτης του κάθε κράτους μέλους μεταφρασμένα στη γλώσσα του όλα τα ευρωπαϊκά νομοθετικά κείμενα, μεταξύ άλλων για να μπορεί να τα προσβάλει σε δικαστήρια. Επίσης, από το 1979 που καθιερώθηκε η εκλογή των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία, ο κάθε πολίτης μπορεί να εκλεγεί ευρωβουλευτής και βέβαια δεν είναι δυνατόν η γλωσσομάθεια να αναχθεί σε κριτήριο εκλογιμότητας!

Το γλωσσικό καθεστώς που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζεται από τον κανονισμό 1/1958 του Συμβουλίου. Βλέπουμε εδώ τα σημαντικότερα άρθρα του κανονισμού.

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ αριθ. 1

περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος

Άρθρο 1

Οι επίσημες γλώσσες και οι γλώσσες εργασίας των οργάνων της Ένωσης είναι η αγγλική, η βουλγαρική, η γαλλική, η γερμανική, η δανική, η ελληνική, η εσθονική, η ιρλανδική, η ισπανική, η ιταλική, η κροατική, η λετονική, η λιθουανική, η μαλτέζικη, η ολλανδική, η ουγγρική, η πολωνική, η πορτογαλική, η ρουμανική, η σλοβακική, η σλοβενική, η σουηδική, η τσεχική και η φινλανδική.

 Άρθρο 2

Τα έγγραφα τα οποία απευθύνονται προς τα όργανα της Κοινότητος από Κράτος μέλος ή πρόσωπο που υπάγεται στην δικαιοδοσία Κράτους μέλους, συντάσσονται στη γλώσσα του Κράτους αυτού.

Άρθρο 3

Τα έγγραφα τα οποία απευθύνονται από τα όργανα της Κοινότητος προς Κράτος μέλος ή πρόσωπο, το οποίο υπάγεται στη δικαιοδοσία ενός Κράτους μέλους, συντάσσονται στη γλώσσα του Κράτους αυτού.

Άρθρο 4

Οι κανονισμοί και τα άλλα έγγραφα γενικής εφαρμογής συντάσσονται στις επίσημες γλώσσες.

(..)

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος.

Πριν προχωρήσουμε, να σκεφτούμε κάτι. Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε το 1958, πώς είναι δυνατόν να κάνει λόγο για τις 24 επίσημες γλώσσες; Δεν είχαν προφητικές ικανότητες οι πατέρες της ευρωπαϊκής ενοποίησης ώστε να ξέρουν πενήντα χρόνια πριν τη μελλοντική σύνθεση της ΕΟΚ! Απλώς, στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνηθίζεται οι διατάξεις να εκσυγχρονίζονται με μερική τροποποίηση: ο νέος κανονισμός, που τροποποιεί τον προηγούμενο, αλλάζει μόνο μερικές παραγράφους· έτσι προκύπτει μέσα από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις ένα κουβάρι, ή πιο σωστά μια κουρελού, όπου μερικές διατάξεις παραμένουν αμετάβλητες από το αρχικό κείμενο, όπως το άρθρο 2 εδώ, που κάνει λόγο για Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ενώ άλλες έχουν επικαιροποιηθεί, όπως το άρθρο 1, που απαριθμεί 24 επίσημες γλώσσες, ενώ στην αρχική του διατύπωση ήταν: Οι επίσημες γλώσσες και οι γλώσσες εργασίας των οργάνων της Κοινότητος είναι η γαλλική, η γερμανική, η ιταλική, και η ολλανδική.

Πάντως, είτε με τέσσερις είτε με 24 διαφορετικές γλωσσικές εκδοχές, τα κείμενα αυτά, και αυτό είναι το βασικό που πρέπει να συγκρατήσουμε, είναι ισοδύναμα, είναι και τα 24 πρωτότυπα: δεν υπάρχει ένα πρωτότυπο και 23 μεταφράσματα, όσο κι αν στην πραγματικότητα κάποια γλώσσα είναι η πρωτότυπη, όχι βέβαια η ίδια σε κάθε κείμενο.

Πώς όμως οι αρχικές τέσσερις επίσημες γλώσσες του 1958 έγιναν σήμερα εικοσιτέσσερις; Το 1958 είχαμε τα 6 ιδρυτικά κράτη μέλη: Γαλλία, Ιταλία, (τότε Δυτική) Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο. 6 κράτη αλλά 4 γλώσσες, επειδή το Βέλγιο είχε επίσημες γλώσσες γαλλικά και ολλανδικά, ενώ το Λουξεμβούργο γαλλικά και γερμανικά.

Στη συνέχεια, με τις διαδοχικές διευρύνσεις, προστέθηκαν στις επίσημες οι γλώσσες των νέων κρατών μελών.

Το 1973 μπήκαν Αγγλία, Δανία και Ιρλανδία, οπότε προστέθηκαν στις επίσημες γλώσσες η αγγλική, η δανική (αλλά όχι ακριβώς η ιρλανδική – η τελευταία μόνο ως «γλώσσα των Συνθηκών», δηλαδή μεταφράστηκαν η πράξη προσχώρησης της Ιρλανδίας και τα θεμελιώδη κείμενα που αφορούσαν ειδικά τη χώρα αυτή).

Αργότερα έγιναν επίσημες κοινοτικές γλώσσες η ελληνική το 1981, η ισπανική και η πορτογαλική το 1986, η φινλανδική και η σουηδική το 1995 (τότε μπήκε και η Αυστρία, η οποία όμως δεν αύξησε τον αριθμό των γλωσσών) και η εσθονική, η λετονική, η λιθουανική, η μαλτέζικη, η ουγγρική, η πολωνική, η τσέχικη, η σλοβακική και η σλοβενική με τη μεγάλη διεύρυνση του 2004. Στη διεύρυνση του 2007, προστέθηκαν δύο κράτη μέλη (Βουλγαρία και Ρουμανία) αλλά τρεις γλώσσες, διότι την ίδια ημέρα αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα η ιρλανδική, και τέλος την 1η Ιουλίου 2013 μπήκε και η Κροατία κι έτσι έχουμε αισίως φτάσει σε 28 κράτη μέλη αλλά 24 γλώσσες και θα καταλάβατε ότι οι γλώσσες είναι κατά τέσσερις λιγότερες από τα κράτη επειδή υπάρχουν το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Αυστρία και η Κύπρος.

Ως προς τη μετάφραση και το κόστος της, που πολλοί το θεωρούν περιττό, κάτι σαν όχι αυταπόδεικτα αναγκαίο κακό, ιδίως σε συνθήκες κρίσης, εγείρονται δυο αντιρρήσεις. Η μία είναι «γιατί να μη γίνει ιδιωτικοποίηση του μεταφραστικού έργου».

Η πλήρης ιδιωτικοποίηση έχει μέχρι στιγμής αποκλειστεί διότι πολλά από τα κείμενα είναι επείγοντα (άρα πρέπει να μεταφραστούν αμέσως) ή εμπιστευτικά, αλλά και, κυρίως, διότι απαιτείται ασφάλεια δικαίου και ισοδυναμία μεταξύ των 24 γλωσσικών εκδόσεων. Επίσης, η μετάφραση δεν γίνεται στο κενό: μια οδηγία που εκδίδεται και δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα μπορεί να αποτελείται από δέκα σελίδες, αλλά για την επεξεργασία της απαιτήθηκε να μεταφραστεί πολλαπλάσιο υλικό· γι’ αυτό, σε εξωτερικούς συνεργάτες ανατίθενται κατά κύριο λόγο κείμενα που δεν αφορούν την καρδιά της νομοθετικής διαδικασίας. Ένα είδος κειμένου που προσφέρεται για εξωτερική ανάθεση είναι το κείμενο των αγορεύσεων των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ένα άλλο είδος, οι διακηρύξεις των διαγωνισμών. Πρόκειται για κείμενα με τυποποιημένη δομή, αλλά που μπορεί να έχουν φοβερές τεχνικές λεπτομέρειες. Έτσι, με εξωπορισμό (για να χρησιμοποιήσω έναν νεολογισμό) μεταφράζεται περίπου το 25-30% των κειμένων.

Η δεύτερη ένσταση που συχνά προβάλλεται, και αφορά το κόστος της πολυγλωσσίας καθαυτής, είναι: Γιατί να έχουμε 24 επίσημες γλώσσες και να μην περιοριστούμε, π.χ., στις 3-4. Αυτό το προβάλλουν πολλοί που είναι στελέχη σε πολυεθνικές εταιρείες όπως π.χ. η Νόκια, η οποία, αν και φιλανδική, έχει καθιερώσει εσωτερικά την αγγλική ως γλώσσα εργασίας. Το φαινομενικά λογικό αυτό επιχείρημα προσκρούει στην ανάγκη για 24 ισότιμα και ισοδύναμα πρωτότυπα κείμενα κάθε ευρωπαϊκού κανονισμού, που αναφέραμε πρωτύτερα. Επίσης, αν θέλουμε τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να είναι κοντά στους πολίτες, πρέπει να τους μιλούν στη γλώσσα τους. Και η ίδια η Νόκια, άλλωστε, μπορεί να έχει καθιερώσει εσωτερικά τα αγγλικά, αλλά στην επικοινωνία της με τους καταναλωτές χρησιμοποιεί τη γλώσσα της κάθε χώρας. Τέλος, η γλώσσα είναι θέμα γοήτρου για τα κράτη και συναισθηματικού δεσμού για τους πολίτες και κάθε απόπειρα περιορισμού των γλωσσών είναι αναπόφευκτο να πυροδοτήσει εκρηκτικές αντιδράσεις. Οι λίγο παλιότεροι θα θυμάστε ίσως τον θόρυβο που είχε ξεσηκωθεί, το 1994, όταν είχε προταθεί (από τον Γάλλο υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Alain Lamassoure) να περιοριστούν οι τότε 11 επίσημες γλώσσες σε 5 γλώσσες εργασίας. Δεν αντέδρασαν μόνο οι…. τρισχιλιετείς Έλληνες, αλλά και οι Ολλανδοί, οι Δανοί, οι Πορτογάλοι, με λίγα λόγια όσοι έμεναν εκτός νυμφώνος.

Το θέμα αυτό, της πολυγλωσσίας, κρίθηκε, πιστεύω οριστικά, στη διεύρυνση του 2004. Εφόσον τότε αποφασίστηκε να διατηρηθεί το πολυγλωσσικό καθεστώς, πιστεύω ότι θα μείνει και στο μέλλον, όσο υπάρχει η ΕΕ υπό τη σημερινή μορφή της. Δεν σας κρύβω ότι και εμείς, που ζούσαμε την προετοιμασία της διεύρυνσης από τα μέσα, είχαμε ενδοιασμούς αν θα γίνει μπορετό να διατηρηθεί η πολυγλωσσία με τόσες νέες γλώσσες, και μάλιστα «εξωτικές», όπως π.χ. τα λιθουανικά ή τα ουγγρικά.

Άλλωστε, ακόμα και πριν από τη μεγάλη διεύρυνση του 2004, δεν ήταν εύκολο να βρεθούν μεταφραστές για σπάνιους γλωσσικούς συνδυασμούς: όταν το 1995 προστέθηκαν τα φινλανδικά, το ελληνικό τμήμα έκανε διαγωνισμό για να προσλάβει φινλανδομαθή μεταφραστή, χωρίς όμως κανέναν επιτυχόντα: όσοι ήταν έμπειροι μεταφραστές δεν ήξεραν καλά τη γλώσσα, όσοι ήξεραν φινλανδικά δεν ήξεραν να μεταφράζουν, και ο ένας που βρέθηκε, ένας ελληνοφινλανδός που δεχόταν να εγκατασταθεί στο Λουξεμβούργο… δεν είχε πτυχίο πανεπιστημίου, οπότε του έλειπαν τα τυπικά προσόντα!

Το πρόβλημα είναι ότι, με την προσθήκη νέων γλωσσών οι μεταφραστικές ανάγκες δεν αυξάνονται γραμμικά αλλά γεωμετρικά -πριν από το 2004, που είχαμε 11 επίσημες γλώσσες, οι δυνατοί γλωσσικοί συνδυασμοί ήταν 11*10 = 110 (η κάθε γλώσσα επί όλες τις άλλες εκτός τον εαυτό της), αλλά σήμερα με 24 επίσημες γλώσσες οι συνδυασμοί γίνονται 24*23 = 552, δηλαδή ενώ οι γλώσσες περίπου διπλασιάστηκαν, ο αριθμός των γλωσσικών συνδυασμών πενταπλασιάστηκε.

Η λύση που δόθηκε στο πρόβλημα των γλωσσικών συνδυασμών, ήταν οι ενδιάμεσες γλώσσες. Δηλαδή, επειδή ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν, έστω, αρκετοί εσθονοί που να μεταφράζουν από τα μαλτέζικα, το μαλτέζικο κείμενο μεταφράζεται πρώτα στα αγγλικά ή τα γαλλικά ή κάποιαν άλλη ενδιάμεση γλώσσα, και όλοι οι άλλοι μεταφράζουν από το ενδιάμεσο κείμενο. Ως ενδιάμεσες γλώσσες χρησιμοποιούνται τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά (σε ορισμένες περιπτώσεις επίσης ιταλικά, ισπανικά, πολωνικά), αλλά στην πράξη πάνω από το 75% των κειμένων μεταφράζονται με ενδιάμεση γλώσσα τα αγγλικά . Βέβαια, αν κατά τύχη κάποιος μεταφραστής ξέρει τη γλώσσα του πραγματικού πρωτοτύπου, μπορεί να μεταφράσει από εκεί. Το καθεστώς αυτό ονομάζεται ελεγχόμενη πλήρης πολυγλωσσία. Πλήρης, επειδή τα κείμενα μεταφράζονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες· ελεγχόμενη, επειδή λαμβάνεται υπόψη το κόστος. Αυτή η πρακτική φαίνεται να αντιβαίνει σε μια βασική μεταφραστική αρχή, εφόσον η μετάφραση της μετάφρασης αυξάνει την πιθανότητα απομάκρυνσης από το νόημα του πρωτοτύπου, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά, διότι ο αριθμός των κειμένων που γράφονται στις σπανιότερες γλώσσες είναι πολύ μικρός.

Άλλωστε, δεν μεταφράζονται όλα τα έγγραφα σε όλες τις γλώσσες· για παράδειγμα, στο Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκπροσωπούνται μόνο 8 γλώσσες· άρα, τα έγγραφα που θα μελετήσει το Προεδρείο είναι ανάγκη να μεταφραστούν μόνο στις γλώσσες αυτές. Επίσης, στην εσωτερική λειτουργία των οργάνων της Ένωσης δεν χρησιμοποιούνται και οι 23 γλώσσες ισότιμα. Και, παρόλο που ο κανονισμός 1/1958 αναφέρει μόνο επίσημες γλώσσες και γλώσσες εργασίας, έχει εισαχθεί μια τρίτη έννοια, οι γλώσσες διαδικασίας, που είναι οι γλώσσες στις οποίες γίνεται η τρέχουσα εσωτερική εργασία των θεσμικών οργάνων και είναι τρεις, τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά. Μόνο που, σύμφωνα με το παλιό ανέκδοτο για τους 4 ευαγγελιστές που ήταν τρεις, οι εξής δύο, ο Λουκάς, μπορούμε να πούμε ότι και οι γλώσσες διαδικασίας της ΕΕ είναι τρεις, οι εξής δύο, τα αγγλικά.

Όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι, και επιτρέψτε μου να κάνω μια ιστορική αναδρομή στον συσχετισμό των γλωσσικών δυνάμεων στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Αρχικά, υπήρχε μονοκρατορία της Γαλλικής γλώσσας· όλες οι γλώσσες ήταν επίσημες, ίσες στα λόγια, αλλά στην πράξη τα γαλλικά κυριαρχούσαν ως γλώσσα εργασίας, με το επιχείρημα ότι ήταν η μοναδική γλώσσα που διδασκόταν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και των έξι ιδρυτικών κρατών μελών (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Μπενελούξ). Τα αγγλικά δεν ήταν καν γλώσσα κάποιου κράτους μέλους κι έτσι η μοναδική γλώσσα εργασίας ήταν τα γαλλικά. Όταν με την πρώτη διεύρυνση μπήκαν στην Ένωση τρία κράτη του αγγλόφωνου αστερισμού (ΗΒ, Ιρλανδία, Δανία), τα αγγλικά αμφισβήτησαν την γαλλική μονοκρατορία· όμως, οι άλλες «παλιές» γλώσσες εξεγέρθηκαν· είναι χαρακτηριστικό το ανέκδοτο που κυκλοφορεί (κι αν δεν αληθεύει, είναι ben trovato), ότι ο Ιταλός αντιπρόσωπος, εκεί που ως τότε έλεγε Je suis d’accord, αναφώνησε: Non sono d’accordo! Έτσι, άρχισαν να μεταφράζονται τα εσωτερικά έγγραφα σε όλες τις γλώσσες και ταυτόχρονα τα αγγλικά έγιναν γλώσσα διαδικασίας. Οι επόμενες διευρύνσεις (ελληνικά το 1981, ισπανικά-πορτογαλικά το 1986) δεν κλόνισαν τη γαλλική κυριαρχία, άλλωστε στη δεκαετία του 1980 η Αγγλία ήταν με το ένα πόδι έξω από την ΕΟΚ, αλλά από την επόμενη δεκαετία τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Η διεύρυνση του 1995 πρόσθεσε στην αγγλική επιρροή δυο ακόμα κράτη (Φινλανδία, Σουηδία· και την Αυστρία), αλλά τη χαριστική βολή την έδωσε η διεύρυνση του 2004, όταν μπήκαν στην ΕΕ οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης με ελάχιστο γαλλόφωνο πληθυσμό. Ταυτόχρονα, τα αγγλικά είχαν φτάσει να κυριαρχούν στην Ευρώπη με την τεράστια αύξηση των επικοινωνιών, της τηλεόρασης και του Διαδικτύου, και την ανάδυση γνωστικών τομέων με καθολική κυριαρχία της αγγλικής (πληροφορική, οικονομικά). Έτσι, περάσαμε στην αγγλική μονοκρατορία που ισχύει και σήμερα, στον έναν ή στον άλλο βαθμό σε όλα σχεδόν τα θεσμικά όργανα.

Πράγματι, στην Επιτροπή και το Συμβούλιο, δύο από τα πολυπληθέστερα μεταφραστικά τμήματα, το 95% των πρωτοτύπων είναι γραμμένα στα αγγλικά. Μοναδικό προπύργιο της γαλλοφωνίας έχει απομείνει το Δικαστήριο της ΕΕ, όπου για ιστορικούς λόγους τα γαλλικά διατηρούν τη θέση τους ως γλώσσα διαδικασίας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξ ορισμού έχει μεγαλύτερη γλωσσική ποικιλία, αφού ο κάθε βουλευτής καταθέτει ερωτήσεις και τροπολογίες στη μητρική του γλώσσα, ωστόσο και εδώ όλες σχεδόν οι εκθέσεις, οι γνωμοδοτήσεις και τα άλλα πολυσέλιδα έγγραφα συντάσσονται πλέον ή στα αγγλικά ή στα γαλλικά. Έχουμε την εξής κατανομή των εγγράφων με βάση τη γλώσσα του πρωτοτύπου:

Αγγλικά           65%
Γαλλικά           10%
Γερμανικά         5%
Ιταλικά              3,5%
Ισπανικά            3%

Οι πέντε μεγάλες γλώσσες έχουν το 87% του συνόλου, με τα αγγλικά να αντιπροσωπεύουν τη μερίδα του λέοντος. Όλες οι άλλες γλώσσες, 19 τον αριθμό, μοιράζονται το 13% που απομένει. Τα ελληνικά έχουν γύρω στο 1% του συνόλου, είναι από τις πιο διαδεδομένες «μικρές» γλώσσες, ίσως επειδή οι Έλληνες ευρωβουλευτές, όλων των κομμάτων, είναι δραστήριοι, αλλά και οι Έλληνες πολίτες υποβάλλουν πολλές αναφορές.

Πάντως, αυτή η κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας, σε συνδυασμό με το σύστημα των ενδιάμεσων γλωσσών, έχουν ως αποτέλεσμα ότι παύει να είναι σημαντικό πλεονέκτημα για έναν μεταφραστή να γνωρίζει μια «σπάνια» γλώσσα.

Θα αλλάξει η κατάσταση σε ενδεχόμενο Μπρέξιτ; Όχι πολύ, εκτός βέβαια αν οι κλυδωνισμοί -όχι σε γλωσσικό αλλά σε πολιτικό επίπεδο- είναι τέτοιοι που γκρεμίσουν όλο το οικοδόμημα της ΕΕ, που είναι το μεγαλύτερο εγχείρημα πολυγλωσσίας στον πλανήτη μετά τη βιβλική Βαβέλ. Αν μάλιστα δεν καταρρεύσει η ΕΕ και συνεχίσει να διευρύνεται, συμπληρώνοντας το ευρωπαϊκό παζλ με τα Δυτικά Βαλκάνια, τότε θα προστεθούν κι άλλες γλώσσες, και κανείς δεν ξέρει πόσες -και το λέω αυτό επειδή εκεί που κάποτε είχαμε μία γλώσσα, τα σερβοκροατικά, τώρα για πολιτικούς λόγους έχουμε τέσσερις (κροατικά, σερβικά, βοσνιακά, μαυροβουνιακά), όσο κι αν διά γυμνού οφθαλμού φαίνονται να είναι αμοιβαία κατανοήσιμες διάλεκτοι της ίδιας γλώσσας. Και από τη στιγμή που τα κροατικά αναγνωρίστηκαν αυτόνομα, για λόγους γοήτρου θα αναγνωριστούν κατά πάσα πιθανότητα και οι άλλες. Αλλά αυτό θα το δούμε τότε, αν και όταν γίνει.

sarantakos

ansasaresekoinopoihsteto001

  • GeorgostisGaias

    Τι είναι αυτό το δένδρο γλωσσών όταν τα Ελληνικά είναι μια φούντα μόνη της ξεκάρφωτη. Πως περιέχουν πάνω από 30 % Ελληνικά οι περισσότερες γλώσσες;

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»