Νεκρό είναι δυνατότερο από ζωντανό – Του Θάνου Τάκη

Ήταν σα παιχνίδι. Κι ήταν τα σύννεφα που έπαιζαν, και ζωγράφιζαν τη γη, τους ανθρώπους και τα έργα τους. Ή καλύτερα τα φωτογράφιζαν, άνοιγαν κι έκλειναν οι λευκές θυρίδες, παράθυρα και πόρτες μαγικές κι άπιαστες, επιτρέποντας ή απαγορεύοντας στις αχτίδες να κατηφορίσουν, κοροϊδεύοντας τον εγωιστή ήλιο που θέλει όλα να τα σημαδεύει με την πραμάτεια του, αδιάκοπα. 

Κι ήταν ένας οδηγός που χαμογελούσε με το ουράνιο παιχνίδι που σκάρωναν οι βαμβακόχρωμες νοητές πύλες και μετρούσε τον χρόνο στον δρόμο, με την εντολή ενός κόκκινου φαναριού. Εγώ ήμουν αυτός.

Κι όπως κοιτούσα μα δεν έβλεπα, με σκέψεις ανείπωτες και ιδιοτελείς για εικόνες Ολύμπιες, απογευματινές, άνοιξε το παράθυρο στο σύννεφο, γλίστρησε απελεύθερο το φως κι έβαψε ένα περίεργο αντικείμενο, σαν ξωτικό, ζωντανό γλυπτό που πέθανε κι όμως φώναζε με την όρθια παρουσία του, ξένο μπροστά στα άψυχα τσιμέντα των τοίχων, πάνω στο τσιμέντα των πεζοδρομίων, το μελαχρινό της θερμής ασφάλτου. Δεξιά του κι αριστερά, έμοιαζε να σκοτείνιασε, τόσο θερμό ήταν το φως στο κέντρο, ένας φυσικός προβολέας που στόχευε σε αυτό. Σ’ένα κομμένο δέντρο.

Κάποιος το σκότωσε, ποιος να γνωρίζει γιατί και τι του έφταιξε. Κι ήταν ένα δέντρο νέο, με κορμό εφηβικό κι όμορφο, δεν είχε γέρικο δέρμα, αν ήθελες αγκάλιαζες τον κορμό με τα χέρια σου, ήταν λυγερόκορμο κι ήταν αθλητικό, μην κοιτάς που ζούσε ακίνητο. Δεν είχε ρυτίδες ούτε και χρώμα μα σχεδόν ένιωθες τους χυμούς που μια φορά γοργοπετάριζαν από τις φλεβωτές ρίζες και ξεπετάγονταν στις εσχατιές της κώμης κι έδιναν ζωή και κίνηση και ήχο από θρόισμα σαν μουσική. Έτσι το φανταζόμουν κι ας έβλεπα το άκαιρο τέλος του, την αφύσικα πεπλατυσμένη κορυφή, οριζόντια γραμμή που έγραψε ένα αλυσοπρίονο-φονιάς αποτέμνοντας τις όμορφες καμπύλες.

Τώρα σβήστηκε το πράσινο, χάθηκε, έφυγαν τα διαβατάρικα πουλιά, έμεινε ο κορμός, κολοβωμένο μέλος, σαν άγαλμα αρχαιοελληνικό που ξαναγεννιέται από τη μήτρα-γη που το νανούριζε σφαλισμένο στον κόρφο της χιλιάδες χρόνια, και είδε το φως χωρίς χέρια, χωρίς πόδια, μόνο ο κορμός να μας αντικρίζει και πάλι είναι όμορφο και το βλέπεις και δακρύζεις, πώς να δώσαν τόση ομορφιά στις τσακμακόπετρες εκείνα τα μαγικά χέρια ενός Φειδία, ενός Πραξιτέλη, ενός Παιωνίου.

Κι ίσως τότε να σκεφτείς ότι καμιά φορά η έλλειψη είναι ισχυρότερη της επάρκειας, η απουσία σημαντικότερη της παρουσίας, το μέρος πιο διακριτό του συνόλου.

Τα σύννεφα συνέχισαν ακούραστα το παιχνίδισμα με τους δραπέτες του γνωστού ασκού, έβγαλαν περιπαικτικά τη γλώσσα στον υπέρτατο Αιγύπτιο θεό, έκλεισαν το νοητό παράθυρο και το φως εξοστρακίστηκε και χάθηκε, αγαπητέ αναγνώστη. Κι ο όπισθεν οδηγός διεκδίκησε με αγωνία το δεύτερο δέκατο του πράσινου σηματοδότη, είναι που του έκλεψα το πρώτο κι αν χαθεί και άλλο χάνεται, κόρναρε να φύγω ο κυριολεκτικά καθυστερημένος, μ’έδιωξε από τον περήφανο νεκρό που στεκόταν αξιοπρεπής χωρίς τη μουσική της φυλλωσιάς του, χωρίς τα ψιμύδια του.

Αλλά εγώ θα περάσω και πάλι, ξύλινε φίλε μου.
Και θα έρθω πεζός, να σε δω και να με δεις καλά, να με μετρήσεις.
Κι αν τότε δεν περνά κανείς περαστικός, κι άμα θες, μου ανοίγεις την καρδιά σου…

Θάνος Τάκης

 Υ.Γ. Το δέντρο αυτό υπάρχει. Το λέω δέντρο γιατί δέντρο είναι κι ας μην έχει πια κλαδιά, κι ας φαίνεται νεκρό. Κι η φωτογραφία είναι δική μου από παλιότερη βόλτα και παλαιότερη συνομιλία με άλλον ξύλινο φίλο που κάποιος σκότωσε για να μην ενοχλεί το μαγαζί του, δηλητηριώδης συνήθεια των τελευταίων καιρών, των καιρών της συβαριτικής παρακμής και του εγωισμού μας…

 

Αν θέλετε να διαβάσετε άλλα άρθρα του Θάνου Τάκη,
τα βρίσκετε εδώ.

 

ansasaresekoinopoihsteto001

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»