Ποιος ξέρει να δει το θαύμα; – Του Θάνου Τάκη

Και να που αντάμωσαν. Πώς έγινε αυτό ιδέα δεν έχω και κανείς δεν γνωρίζει. Διότι ο Φ. που ήταν ο σημαντικότερος φωτογράφος της εποχής του, είχε ζεσταθεί από το λαμπρό φως του ουρανού το 1908. Ο Π. ο πλέον αγαπημένος ποιητής, άκουσε τις πρώτες του λέξεις το 1821. Και ο Ζ. ο πιο πετυχημένος ζωγράφος της ιστορίας, είχε δει το πρώτα του χρώματα το μακρινό 1606.

Κι ήρθε ο χρόνος, συμπυκνώθηκε σαν ξέπνοο ακορντεόν και τους μάζεψε ζωντανούς στον ίδιο χώρο για να αποδώσουν, όπως κι όσο ο καθένας με την τέχνη και το ταλέντο του γνώριζε, την μορφή της απόλυτης γυναικείας ομορφιάς.

Ποιος θα τα κατάφερνε καλύτερα;
Ποιος θα μας συγκινούσε περισσότερο;
Ποιος θα άξιζε το πρώτο βραβείο;

Ο φωτογράφος, είχε το ζωντανό πρόπλασμα που εκείνος έβλεπε ιδανικό, λευτέρωσε το παράθυρο και το φλογερό φως, καλοχαιρέτησε τον ήλιο-βοηθό του, έστρεψε με λαχτάρα τη μηχανή του, ρύθμισε φακό, διάφραγμα, ταχύτητα, αφαίρεσε το χρώμα και την κίβδηλη θεατρικότητά του, πρόσθεσε συναίσθημα, κράτησε την ανάσα του, μάτι και καρδιά σ’ευθεία, κι έγραψε τις σκέψεις του με φωτόνια που φυλάκισε στην αρζαντένια πλάκα, για μια πραγματικότητα που μόνο εκείνος παραδεχόταν, να την υιοθετήσουν κι άλλοι.

Ο ποιητής έκλεισε τα βλέφαρα, είδε ζωντανές τις σκέψεις του, πήρε από τη φλέβα του μελάνι, όπως χρόνια πριν μαρτύρησε ο Γκάτσος, βρήκε γράμματα και πήραν μορφή, στοίχησε λέξεις δικές του και δικές μας, παλιές μα πάντα επίκαιρες, μυστικούς κώδικες, κλειδαριές της μνήμης και της ψυχής, έφτιαξε ένταση και φως και χρώμα άλικο στο μονόχρωμο σιωπηλό χαρτί, έπλεξε λέξεις και φράσεις ανείπωτες κι ανήκουστες, αλφάβητα μαγικά και μαγεμένα, κι έγραψε στίχους που κοσμούν εισαγωγές ονείρων κι ημερολόγια κοριτσιών.

Ο ζωγράφος διάλεξε με προσοχή τον πιο φίνο καμβά, το πιο περίτεχνα πινέλα, τα πιο σπάνια μελάνια κι άπλωσε πυκνή την πάστα, έβλεπε με το φως των ματιών της στον καθρέφτη της δικής του ματιάς κι έντονα, δραματικά κι ανάγλυφα, φυλάκισε αναστεναγμούς κι όνειρα τριών διαστάσεων σε δύο κι έφερε το ανθρώπινο κι αρχέγονο θαύμα της θηλυκής αρχιτεκτονικής, στο σήμερα.

Κι ένα παλικάρι, θα’ταν δε θα’ταν δεκαεννιά χρονώ, και ποιος τον όρισε κριτή κανείς δεν ξέρει – τόσο νέος και θεωρητικά άπειρος για τέτοιο έργο – πήρε στα χέρια του τη φωτογραφία του Φ., διάβασε με προσοχή τους στίχους του Π., πέρασε τ’ακροδάχτυλα από τις διαδρομές των χρωμάτων του καμβά του Ζ.

Κι έπειτα, ξεκίνησε να χαμογελά.
Αλλά πρώτο βραβείο δεν έδωσε.
Κι όταν τον ρώτησαν γιατί, αποκρίθηκε:

«Ούτε ο σημαντικότερος φωτογράφος, ούτε ο αγαπημένος, του κοινού, συγγραφέας ούτε ο πιο πετυχημένος ζωγράφος γνωρίζουν ότι η απόλυτη γυναικεία ομορφιά δεν έχει να κάνει με το πώς την κοιτάς εσύ αλλά πώς σε κοιτά εκείνη. Κι αν σε κοιτά με τον σωστό τρόπο, ούτε το φως μετρά, ούτε το χρώμα, ούτε τα λόγια». 

Αυτά είπε κι έφυγε.

O Φ., ο Π. κι ο Ζ. βυθίστηκαν στις σκέψεις τους…

Θάνος Τάκης

 

Αν θέλετε να διαβάσετε άλλα άρθρα του Θάνου Τάκη,
τα βρίσκετε εδώ.

ansasaresekoinopoihsteto001

 

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»