Πολύκαστρο: Το ελληνικό Ελντοράντο της προσφυγικής κρίσης – Του Χρήστου Μάτη

Στην ελληνική αμυντική μυθολογία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα το Πολύκαστρο ήταν ένας εξαιρετικά σημαντικός κόμβος. Διότι εκεί είχαν την έδρα τους οι ημέτερες δυνάμεις που θα υπερασπίζονταν το πάτριο έδαφος σε περίπτωση εισβολής βαρβάρων. Διότι από τον Βορρά ήταν ο κίνδυνος.

Όπως έλεγε παλαιός στρατιωτικός, πόσοι Έλληνες που υπηρέτησαν στον στρατό ξηράς δεν πέρασαν από το Πολύκαστρο; Για να δώσει την απάντηση ο ίδιος λέγοντας «ελάχιστοι». Άλλωστε και το όνομα «Πολύκαστρο» φέρεται να δόθηκε από τον γενικό στρατιωτικό διοικητή της Θεσσαλονίκης το 1928 εξαιτίας των πολλών οχυρωματικών έργων που είχε η περιοχή, θέατρο πολεμικών συγκρούσεων. Μάλιστα για να πάει κάποιος από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Ειδομένης στον συνοριακό σταθμό των Ευζώνων, μια απόσταση μικρότερη των 5 χλμ., έπρεπε να κάνει έναν τεράστιο κύκλο 25 χλμ., γιατί δεν υπήρχε δρόμος μέχρι την κυβέρνηση Σημίτη. Προφανώς για να δυσκολευτεί ο εχθρός, αν μας κάνει επίθεση.

Πριν ο Ανδρέας Παπανδρέου αποκηρύξει τον από Βορρά κίνδυνο, τη δεκαετία του 1980, το Πολύκαστρο είχε έναν σημαντικό εγχώριο τουρισμό. Συγγενείς και κυρίως σύντροφοι των υπηρετούντων γέμιζαν πολύ εύκολα και γρήγορα τα τοπικά ξενοδοχεία, ενώ η ύπαρξη αξιωματικών είχε δημιουργήσει και αγορά μίσθωσης κατοικίας.

Η αγορά στέγης

Όμως αυτό το οποίο συνέβη τον τελευταίο χρόνο, όταν έγινε επισήμως ο καταυλισμός στην Ειδομένη, ήταν πέραν πάσης προσδοκίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η δημιουργία του καταυλισμού στην Ειδομένη έφερε στο Πολύκαστρο και στη γύρω περιοχή χιλιάδες εργαζομένους στην Ύπατη Αρμοστεία και στις ΜΚΟ. Βεβαίως ουδείς γνωρίζει πόσους. Ο μέσος όρος των εκτιμήσεων από ανθρώπους που ξέρουν μιλά για σταθερά 3.500 ανθρώπους και η ακραία εκδοχή λέει ότι κάποιες στιγμές άγγιξαν και τους 5.000, συμπεριλαμβανομένων των εθελοντών και των αλληλέγγυων.

Η αγορά ενοικιαζόμενης κατοικίας στο Πολύκαστρο ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί σε αυτή τη ζήτηση. Υπολογίζεται ότι η ενοικίαση έφτανε μέχρι τη Χαλκηδόνα, μια απόσταση περίπου 30 χλμ. από το Πολύκαστρο. Η τιμή ποίκιλλε ανάλογα με την ποιότητα του δωματίου. Ο μέσος όρος της ενοικίασης στο Πολύκαστρο ήταν 30-40 ευρώ τη βραδιά. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ένα δωμάτιο που ενοικιάστηκε το σύνολο του προηγούμενου χρόνου απέδωσε στον ιδιοκτήτη του ένα ποσό της τάξης των 10.000 ευρώ.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα του Βελγίου, για παράδειγμα, είχαν νοικιάσει 20 σπίτια και απασχολούσαν περίπου 200 άτομα προσωπικό με πλήρεις μισθούς και ασφαλιστικές κρατήσεις. «Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι ήταν πάνω από 100 μη κυβερνητικές οργανώσεις συνολικά, μπορεί να καταλάβει την ποσότητα του χρήματος που έπεσε εκεί» σχολιάζει Έλληνας εθελοντής που δούλεψε στην περιοχή. «Το βράδυ περπατούσες και νόμιζες ότι βρίσκεσαι σε νησί, άκουγες μόνο ξένες γλώσσες και το χωριό είχε αποκτήσει ζωή, μια τεράστια κινητικότητα» λέει άνθρωπος που ξέρει το χωριό καλά, γιατί πήγαινε συχνά εκεί και πριν την κρίση.

Προφανώς το χωριό μπήκε σε οικονομικά μεγέθη πρωτόγνωρα για το μέγεθός του. Τα χωράφια που ήταν κοντά στον καταυλισμό νοικιάζονταν έναντι 5.000 τον μήνα ανά στρέμμα. Δηλαδή περίπου 20 λεπτά το τετραγωνικό την ημέρα. Τιμές ακριβού εμπορικού κέντρου χωρίς καμία παροχή για τους ενοικιαστές και κανένα έξοδο για τους ιδιοκτήτες.

Η αγορά της εστίασης

Αντίθετα, στην εστίαση η αγορά επέβαλε τους κανόνες της. Κι αυτό διότι η προσφορά ήταν μεγάλη και ο ανταγωνισμός επέφερε εκλογίκευση των τιμών.

Στην περιοχή του Πολυκάστρου δεν υπήρχε όχι εστιατόριο αλλά ούτε καφενείο το οποίο να μην προσφέρει πρωινό και μεταξύ σοβαρού και αστείου λέγεται ότι άνοιγαν νωρίς το πρωί για να προσφέρουν πρωινό ακόμη και οι χαρτοπαικτικές λέσχες της περιοχής. Όλα τα εστιατόρια ήταν σταθερά γεμάτα και πολλοί εστιάτορες επιδίωξαν να έρθουν σε συμφωνία με τα στελέχη των ΜΚΟ, κάνοντας προσφορές για να εξασφαλίσουν την τροφοδοσία των υπαλλήλων τους και μάλιστα προσφέροντας ανταγωνιστικές τιμές για να τους προσελκύσουν. Ήταν και καλύτεροι, άρα προτιμότεροι, πελάτες από τους πρόσφυγες και μετανάστες των παρακείμενων βενζινάδικων που περπατούσαν για την τροφοδοσία τους στο Πολύκαστρο.

Περίπου έναν μήνα μετά την εκκένωση της Ειδομένης, στο Πολύκαστρο οι προσδοκίες από τη μετατροπή της κρίσης σε ευκαιρία έχουν υποχωρήσει αισθητά, αν και ακόμη η κατάσταση είναι καλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς, διότι εξακολουθούν να παραμένουν στην περιοχή κάποιοι αντιπρόσωποι ΜΚΟ για να μαζέψουν τις εγκαταστάσεις τους και τον εξοπλισμό, ο οποίος θα είναι χρήσιμος και στην επόμενη κρίση.

Παράλληλα, υπάρχει ένα αριθμός προσφύγων που έμειναν στην Ειδομένη και μετά τις δύο εκκενώσεις, δηλαδή τόσο του αρχικού καταυλισμού στον σιδηροδρομικό σταθμό όσο και των δύο βενζινάδικων στην εθνική οδό και του ξενοδοχείου στους Ευζώνους, οι οποίοι κατέφυγαν στα γύρω χωράφια γιατί δεν εμπιστεύονται το ελληνικό κράτος ή δεν θέλουν να πάνε σε χώρους φιλοξενίας κλειστού τύπου. Η εργατική τους δύναμη πουλιέται πιο φτηνά και το κόστος της τροφοδοσίας τους έχει ανέβει, διότι μπαίνει ο παράγοντας του ρίσκου. Ανάμεσα σε αυτούς που είναι τώρα εκεί, βρέθηκε μια γυναίκα τρανς από τη Συρία. Πρόκειται για μία ειδική ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν και δυσεπίλυτα νομικά προβλήματα στην Ελλάδα. Όπως λέει ο ψυχίατρος Σταύρος Μπουφίδης, που ασχολείται με το θέμα της ταυτότητας επί πολλά χρόνια, συνολικά βρέθηκαν και καταγράφηκαν 13 τρανς.

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι συνολικά στην περιοχή του Πολυκάστρου διακινήθηκαν τον προηγούμενο χρόνο ποσά που μετριούνται σε δεκάδες εκατομμύρια. Ίσως και γι’ αυτό τον λόγο δεν υπήρξαν ρατσιστικά κρούσματα ή επεισόδια, πλην ενός, σε βάρος του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Κιλκίς Θ. Παραστατίδη, ο οποίος πήγε, χωρίς να γνωρίζει, όπως διευκρίνισε, σε μια συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής, το ποσοστό της οποίας στον νομό τον προηγούμενο Σεπτέμβριο της εξασφάλισε έδρα.

«Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμέναμε να αδειάσει τόσο γρήγορα» σχολιάζει κάτοικος της περιοχής.

Διότι δεν είχαν κανέναν λόγο να θέλουν ή να πιέσουν για να γίνει.

Χρήστος Μάτης / free-sunday

ansasaresekoinopoihsteto001

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»