Του ήλιου δεν φτάνει ένα λεπτό – Του Θάνου Τάκη

Χρόνια πίσω, βρεθήκαμε μ’έναν φίλο στα στενοσόκκακα της αριστοκρατικής Ερμούπολης. Ήταν ζεστή η μέρα κι ο ήλιος πήρε να κοκκινίζει και να γονατίζει, το’βλεπες από τη γωνιά με την οποία σκόρπιζε τον εαυτό του πάνω στους ανθρώπους και τα έργα τους. Κι ενός ταπεινού ντουβαριού ζωντάνευε η επιφάνεια απ’το ζεστό, πλάγιο φως, σκόνταφταν τα φωτόνια κι αποκάλυπταν τη σκόνη του δρόμου να χορεύει, κι έπεφταν πάνω του και μετρούσες αμέτρητα σκασίματα σαν χέρια ξωμάχου τσαγκάρη, νοητές πληγές που το μεσημέρι της κάθετης ηλιαχτίδας δεν φαίνονται, φωτεινές κορφές και σκιερές κοιλάδες, γερασμένες αφίσες μισοκολλημένες, διάφανες απ’τον καιρό, μπογιατίσματα παλιά και νέα ν’αλλάζουν αποχρώσεις σαν αγχωμένοι χαμαιλέοντες.

Πιάσαμε να εξυμνούμε τούτο το χειροπιαστό, ελληνικό φως. Πώς αλλάζει τις μορφές κατά την ώρα και την εποχή, πώς δημιουργεί τέχνη μόνο με την παρουσία του, πώς γεννά σχήματα και υφές κι ένα γλυκό χάος σ’επιφάνειες που άμα λείπει δεν υπάρχει τίποτε.

Ανάλογο θέμα είχε πιάσει η ματιά του ποιητή*. Που γράφει: «Και υπάρχουν τρόποι να γίνει η θέαση ένα είδος ανάγνωσης. Όταν ήμουν μικρός συνήθιζα να επισκέπτομαι ένα μεγάλο μουσείο στην πόλη μου. Είχε μια τεράστια συλλογή από ελληνικά και ρωμαϊκά μάρμαρα […] Είχα παρατηρήσει πως ανάλογα με την ώρα της ημέρας και την εποχή, αυτές οι σμιλευμένες φιγούρες έπαιρναν άλλη έκφραση και αναρωτιόμουν πώς έμοιαζαν τις ώρες που έμενε κλειστό. Το μουσείο έκλεινε στις 6 μ.μ., πιθανόν επειδή τα μάρμαρα δεν είχαν εξοικειωθεί με το ηλεκτρικό φως […] Κάποια μέρα, κοιτάζοντας το μικρό λευκό πρόσωπο μιας Ρωμαίας fanciulla**, σήκωσα το χέρι μου, πιθανόν για να στρώσω τα μαλλιά μου, και έτσι εμπόδισα την μοναδική πηγή φωτός που έπεφτε επάνω της από το ταβάνι. Αμέσως η έκφραση του προσώπου της άλλαξε. Κούνησα το χέρι μου λίγο στην άκρη: άλλαξε και πάλι. Άρχισα να κουνώ και τα δύο χέρια σχεδόν μανιασμένα, ρίχνοντας κάθε φορά μια διαφορετική σκιά πάνω στα χαρακτηριστικά της: το πρόσωπό της ζωντάνεψε…».

Το είδα κι εγώ, στα μάρμαρα και στις προτομές. Αλλά είναι πολύ ωραιότερο να αφήνεις το φως να χαϊδεύει εμπρός σου μια αγαπημένη, ζωντανή μορφή. Να την κυκλώνει και λεπτό το λεπτό να ταξιδεύει απερίφραχτο και χορευτάρικο, να γράφει μικρές ρυτίδες, να αναδεικνύει φλέβες που δονούνται κουβαλώντας ζωή, να χρωματίζει όμορφες ίριδες και ομορφότερες κόρες, να ευθυγραμμίζει βλέμματα και να φωτίζει σκέψεις.

Χρειάζεται χρόνος, χρειάζεται τόπος και χρειάζεται φως.
Όλα παρέχονται ανέξοδα, δώρα είναι, οπότε δικαιολογία δεν υπάρχει.

Κι άμα δεχτείς να γίνεις η ζώσα προτομή, δώσε χρόνο στον ήλιο, τουλάχιστον, να κάνει τη βόλτα του, να πει την ιστορία του, να γράψει τη γραφή του.

Κι ένα λεπτό, δε φτάνει…

Θάνος Τάκης

 

*Γιόζεφ Μπρόντσκι / Το τραγούδι του εκκρεμούς
** Κορίτσι, γυναίκα στην εφηβεία της

 

Αν θέλετε να διαβάσετε άλλα άρθρα του Θάνου Τάκη,
τα βρίσκετε εδώ.

ansasaresekoinopoihsteto001

 

 

 

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»