One of these mornings you’re gonna rise up singing – Του Θάνου Τάκη

Ένας εμβληματικός Γιαπωνέζος φωτογράφος, ο Νομπουγιόσι Αράκι, είχε αναφέρει κάποια στιγμή ότι χωρίς χυδαιότητα οι πόλεις μας θα ήταν ξεροί, βαρετοί τόποι, και η ζωή δεν θα είχε ενδιαφέρον. Υπό την παραδοχή ότι η χυδαιότητα που βίωσα με παρακίνησε να βάλω δυο σκέψεις στο ψηφιακό χαρτί, τότε πράγματι, δεν αποκλείεται να είναι κατάτι χρήσιμη στη ζωή μας, ίσως γιατί εκφράζει τα δαιμόνια που μας κατοικούν. Κι εμφανίζονται μόλις εμφανίζεται κι εκείνη.

Δυο μέρες πίσω στο χρόνο, και μια παρέα αγαπημένων φίλων, ο Ανδρέας, ο Στέλιος, η Χρυσάνθη, ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε ωραίες στιγμές, μ’ένα μικρό δίπρακτο με μουσική, στο οποία ένας νέος Θέσπις, ο Αντώνης,  θα προσπαθήσει να κερδίσει το χαμόγελό μας και μια καλή μας φίλη, η Νικόλ, θα προσπαθήσει να αγγίξει τις σκέψεις μας, να ξυπνήσει μνήμες και στιγμές αλλοτινές, να γεννήσει νέες, να φτιάξει χρώμα και να βάψει τα όνειρά μας με πινελιές σπάνιου ήχου, με την εξαιρετική φωνή της.

Δεν είναι κάποιος συναυλιακός χώρος, σ’ένα κόφισοπ βρεθήκαμε, βολευόμαστε στο τραπέζι μας, ισιώνουμε τις καρέκλες και τον εαυτό μας, γραμμή εκείνες, γραμμή κι εμείς, αυτί, διάνοια και καρδιά μια ευθεία κι επιθυμιά ν’ακούσουμε την όμορφη φίλη μας, να γεννά ουράνιες μελωδίες, κι ήταν πρόσφατα που μας τραγούδησε για την εποχή του καλοκαιριού, Summertime, μας είπε μακρόσυρτα, μ’ωραίο τονισμό, κι ήταν ψηλό το βαμβάκι μας είπε, και πως one of these mornings you’re gonna rise up singing, κάτι που σίγουρα κάνει εκείνη και χτυπά με το σκουπόξυλο η γειτόνισσα τα ντουβάρια να σταματήσει, και τι να καταλάβει η έρμη, τετρακόσια χρόνια τουρκιά άφησαν συρμαγιά περίεργη κι άμα τραγουδούσε κανένα νι-να-νάι γιά-βρουμ μπορεί και να γινόταν φίλες κι η σκούπα μόνο να σκούπιζε…

Και μετά ακούγεται η φωνή, οι ήχοι του Χυδαίου, το χυδαίον παρεάκι δεν αρκείται στα ντεσιμπέλ της φωνής, παράσταση δίνει, χτυπά τα ποτήρια, χτυπά τα πιάτα, χτυπά τα μηνίγγια μας κι ας μην το ξέρει. Βλέπεις, έχει παραγγείλει φαγητό, αυτός και η ομοθύμως χυδαΐζουσα κομπανία του, ταιριαστή λέξη, σκέφτομαι εντός μου, εκ του cum pane που πάει να πει στα λατινικά που ίσως και να μη θυμάσαι πια, αγαπητέ αναγνώστη, τρώγοντας ψωμί μαζί. Ο καλός ηθοποιός προσπαθεί να ολοκληρώσει μια ατάκα, μια έξυπνη φράση, κι εκείνος, ο Κορυφαίος του χορού της Χυδαιότητας, σχολιάζει τσιριχτά για το πόσο καλές είναι οι πατάτες, πώ ρε πούστη μου, τι πατάτα, χρόνια έχω να φάω, πάρε κι εσύ σου λέω, πάρε, μα πάρε! Δεν παίρνουν, ούτε οι φίλοι του δίνουν σημασία, δεν τον ακούν, όλοι τους είναι από κείνους που μόνο τον εαυτό τους ακούν, κι ανεβάζει φωνή και νικά το μικρόφωνο και το μεγάφωνο του άτυχου ηθοποιού. Γέλια τρανταχτά, γέλια χυδαία, κι απόλυτη αταραξία στην αργή, επί της καρέκλας στροφή των θεατών που σοκαρισμένοι παρακολουθούν το άμυαλον να συζητά για το άμυλον.

Και μετά έφτασε η στιγμή για την φίλη μας. Γνώριζα την χαρά της, την είδα να σκέφτεται για τα τραγούδια που θα πει, θα είναι δέκα, θα είναι δώδεκα, υποπτεύομαι ότι βασάνισε το μυαλό της να κάνει την πρόβα πρώτα εκεί μέσα, σ’αυτόν τον τόσο αυστηρό κριτή, τον εαυτό μας, μετά να τα προβάρει, στίχο τον στίχο, λέξη τη λέξη, αναπνοές και παύσεις, εισαγωγές και τελειώματα, στίχοι νέοι και παλιότεροι και να μην ξεχάσει κάποιον και πάρει πάλι 99 κι όχι 100, αλλά που να σου το εξηγήσω αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, ίσως κάποιαν άλλη φορά. Και να τραγουδά, μάτια μισόκλειστα, σα να έβλεπε τη σκηνή του στίχου, να μετρούσε τον χρόνο, όπως το τραγούδι της Sinead που έλεγε, ένας θρήνος, ένα σπάραγμα, το ακούς και συνοφρυώνεσαι, το ακούς και σταματάς να μιλάς, it’s been seven hours and fifteen days…

«To σελφοκόνταρο, ρε μαλάκα, α ρε μαλάκα, το ξεχάσαμε – εσύ το ξέχασες ρε μαλάκα!», φωνάζουν κορυβαντιώντες οι γείτονες της κακορίζικης βραδιάς μας.

Οι λοιποί θαμώνες κουράστηκαν να τους κοιτούν, κουράστηκαν να στρέφονται και να τους επιτιμούν, τι να πεις του Κρο-μανιόν για την ομορφιά της στιγμής κι αν του πεις τι να καταλάβει. Κι η κακοτυχία μεγεθύνθηκε. Ο θόρυβος κέρδισε και κυριάρχησε.

Κι ένα κορίτσι που κουράστηκε να τανύσει με θέρμη τις χορδές της για να τοξεύσει όμορφες λέξεις κι ευαίσθητες μελωδίες στην καρδιά μας, να χαρεί με τη χαρά μας, να μας ακούσει ότι την ακούσαμε, να δώσει πολλά ζητώντας – ίσως – μόνο έναν κρότο χεριών, όσο ο καθένας νιώθει, πνίγηκε στο κύμα της μεταδοτικής χυδαιότητας, μαύρη πανούκλα λονδρέζικου μεσαίωνα, καθώς ο χώρος έγινε χάβρα και χάθηκε η στιγμή και πάει. Κι έτσι, σταμάτησε να τραγουδά.

Κι εγώ της είπα ότι εμείς απογοητευθήκαμε γιατί χάσαμε, που δεν την άφησαν να τραγουδήσει όπως προσμέναμε κι όπως ξέρουμε ότι μπορεί, κι εκείνοι που δεν την γνώριζαν, έχασαν, και δεν γοητεύθηκαν, και πώς θα μπορούσαν μέσα στην θλιβερή Βαβυλωνία;

Αλλά δεν μας νοιάζει! Εμείς γνωρίζουμε κι αναγνωρίζουμε το Αηδόνι, σαν εκείνο το ευαίσθητο του μεγάλου Όσκαρ, εκείνο με το κόκκινο ρόδο. Και ξέρουμε ότι μπορεί να τραγουδήσει, ακριβώς όπως εκείνο…

«Ύστερα, έδωσε μια τελευταία έκρηξη μουσικής. Η λευκή Σελήνη το άκουσε, ξέχασε την αυγή και έμεινε στον ουρανό. Το κόκκινο ρόδο το άκουσε, έτρεμε ολόκληρο από την έκσταση, και άνοιξε τα πέταλά του στον ψυχρό πρωινό αέρα. Η Ηχώ το διέδωσε στο μωβ της σπήλαιο στους λόφους, και ξύπνησε τους κοιμισμένους βοσκούς απ’ τα όνειρά τους. Έπλευσε μέσα απ’ τις καλαμιές του ποταμού, και αυτές μετέφεραν το μήνυμα της στην θάλασσα…».

Σ’ευχαριστούμε, Νικόλ!

Θάνος Τάκης

 

Αν θέλετε να διαβάσετε άλλα άρθρα του Θάνου Τάκη,
τα βρίσκετε εδώ.

ansasaresekoinopoihsteto001

 

  • AnagnostisXL

    […] πνίγηκε στο κύμα της μεταδοτικής χυδαιότητας … Το αντεύχομαι!
    Και συμπληρώνω: «Η ζωή είναι η τέχνη των τεχνών – ζήσε ερασιτεχνικά».

  • peet14

    Δυστυχώς αγαπητέ Θάνο ,μας λείπουν πολλά και φυσικά η παιδεία και δυστυχώς οι χώροι .
    Σε μια πόλη 1.5 εκ ψυχών δεν υπάρχουν 5-6 χώροι που κάποιοι θα καταθέσουν τον τους στη τέχνη ,χωρίς να μπλεχτούν με χοιρινά κοψίδια και τζατζίκι …

anthea banner 920X100_02

info@komistes.gr

ΘΑΝΟΣ ΤΑΚΗΣ

«
»

ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ

«
»

ΒΛΑΣΗΣ ΓΩΓΟΥΣΗΣ

«
»